Κιρετζόγλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Κιρετζόγλου | οι | Κιρετζόγλοι & Κιρετζογλαίοι |
οι | Κιρετζόγλου |
| γενική | του/της | Κιρετζόγλου | των | Κιρετζόγλων & Κιρετζογλαίων |
των | Κιρετζόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Κιρετζόγλου | τους | Κιρετζόγλους & Κιρετζογλαίους |
τους/τις | Κιρετζόγλου |
| κλητική | Κιρετζόγλου | Κιρετζόγλοι & Κιρετζογλαίοι |
Κιρετζόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κιρετζόγλου αρσενικό ή θηλυκό
Μεταγραφές
Πηγές
- Δαλακούρα, Παναγιώτα. (2020), Τα επώνυμα της Καβάλας. Γλωσσολογική προσέγγιση. Mεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. DOI, pdf. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#υολγοζτερικ