Κούτουρλα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | Κούτουρλα | ||
| γενική | των | Κούτουρλων | ||
| αιτιατική | τα | Κούτουρλα | ||
| κλητική | Κούτουρλα | |||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κούτουρλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- οικισμός της ΕύβοιαςΚατηγορία:Οικισμοί της Εύβοιας (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Οικισμοί (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Τοπωνύμια της Εύβοιας (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αλρυοτυοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Οικισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Οικισμοί της Εύβοιας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Τοπωνύμια της Εύβοιας (νέα ελληνικά)