Μαρκουλάκις
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Μαρκουλάκις | οι | Μαρκουλάκιδες |
| γενική | του | Μαρκουλάκι | των | Μαρκουλάκιδων |
| αιτιατική | τον | Μαρκουλάκι | τους | Μαρκουλάκιδες |
| κλητική | Μαρκουλάκι | Μαρκουλάκιδες | ||
| Ο πληθυντικός κατά το -άκηδες. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Χατζιδάκις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Μαρκουλάκις αρσενικό (θηλυκό Μαρκουλάκι)