Μεγάλη Σαρακοστή

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Μεγάλη Σαρακοστή οι Μεγάλες Σαρακοστές
      γενική της Μεγάλης Σαρακοστής των Μεγάλων Σαρακοστών
    αιτιατική τη Μεγάλη Σαρακοστή τις Μεγάλες Σαρακοστές
     κλητική Μεγάλη Σαρακοστή Μεγάλες Σαρακοστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Μεγάλη Σαρακοστή <  δείτε τις λέξεις μεγάλη και σαρακοστή

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Μεγάλη Σαρακοστή θηλυκό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ητσοκαρασηλαγεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)