Μεγάλο Σάββατο
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- Μεγάλο Σάββατο < ελληνιστική επιμέρους ημέρα της Μεγάλη Εβδομάδας, με την έννοια της μεγάλης σε ιερότητα.
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Μεγάλο Σάββατο ουδέτερο, μόνο στον ενικό
- (θρησκεία)Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) το Σάββατο της Μεγάλη Εβδομάδας που εορτάζει ο χριστιανισμός
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Στο νοσοκομείο οδηγήθηκε ένας 16χρονος στην Ιεράπετρα, έπειτα από έκρηξη κροτίδας στα χέρια του το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, σε περιστατικό που αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους από τη χρήση βεγγαλικών. (Ιεράπετρα: 16χρονος τραυματίστηκε από κροτίδα - Συνελήφθη η μητέρα του, neakriti.gr, 12/04/2026 )
Συνώνυμα
- Μέγα Σάββατο
Εκφράσεις
- Μεγάλο Σάββατο, ο Χριστός στον τάφο (παραδοσιακή έκφραση Κυκλάδων)