Παπαμακάριος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Παπαμακάριος | οι | Παπαμακάριοι & Παπαμακαραίοι2 |
| γενική | του | Παπαμακάριου & Παπαμακαρίου1 |
των | Παπαμακάριων & Παπαμακαραίων |
| αιτιατική | τον | Παπαμακάριο | τους | Παπαμακάριους & Παπαμακαραίους |
| κλητική | Παπαμακάριε | Παπαμακάριοι & Παπαμακαραίοι | ||
| 1. Λόγια κατάληξη γενικής, απ' όπου το θηλυκό επώνυμο. 2. Οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σακελλάριος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Παπαμακάριος αρσενικό (θηλυκό Παπαμακάριου)