Πνευματικάκις
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Πνευματικάκις | οι | Πνευματικάκιδες |
| γενική | του | Πνευματικάκι | των | Πνευματικάκιδων |
| αιτιατική | τον | Πνευματικάκι | τους | Πνευματικάκιδες |
| κλητική | Πνευματικάκι | Πνευματικάκιδες | ||
| Ο πληθυντικός κατά το -άκηδες. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Χατζιδάκις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Πνευματικάκις αρσενικό ή θηλυκό