Πρότυπο:grc-κλίσ-Ενσ-ΜΦ-'λύομαι'
Πρότυπο για ομαλό μεσοπαθητικό ενεστώτα 1ης συζυγίας όπως του ρήματος λύω: λύομαι
Για κάθε κελλί, υπάρχει παράμετρος για τυχόν επεξεργασία ή σημείωση. Όλες οι παράμετροι, μέσα στον κώδικα.
Καλούνται ο πίνακας Πρότυπο:grc-conj-table, Πρότυπο:θ0, Πρότυπο:word-4, Πρότυπο:λθκ.
Γράφουμε
- στην κλίση που βρίσκεται στο λήμμα λύω:
{{grc-κλίσ-Ενσ-ΜΦ-'λύομαι'}} - αν τυχόν δεν είμαστε σ' αυτή τη σελίδα:
{{grc-κλίσ-Ενσ-ΜΦ-'λύομαι'|λήμμα=λύω}} - ή αν βρισκόμαστε σε αποθετικό ρήμα σε -ομαι παράμετρος |χρόνος:
{{grc-κλίσ-Ενσ-ΜΦ-'λύομαι'|χρ=λύομαι}}
Αυτά δίνουν
| 1η συζυγία - μεσοπαθητικός ενεστώτας | ||||
| οριστική | υποτακτική | ευκτική | προστακτική | |
| ἐγὼ | λύομαι | λύωμαι | λυοίμην | — |
| σὺ | λύῃ / λύει | λύῃ | λύοιο | λύου |
| οὖτος | λύεται | λύηται | λύοιτο | λυέσθω |
| ἡμεῖς | λυόμεθα | λυώμεθα | λυοίμεθα | — |
| ὑμεῖς | λύεσθε | λύησθε | λύοισθε | λύεσθε |
| οὗτοι | λύονται | λύωνται | λύοιντο | λυέσθων / λυέσθωσαν |
| 2o δυϊκός | λύεσθον | λύησθον | λύοισθον | λύεσθον |
| 3o δυϊκός | λύεσθον | λύησθον | λυοίσθην | λυέσθων |
| ονοματικοί τύποι |
απαρέμφατο | μετοχή: αρσενικό - θηλυκό - ουδέτερο | ||
| λύεσθαι | λυόμενος | λυομένη | λυόμενον | |