Ρογκατσάρια
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | Ρογκατσάρια | ||
| γενική | των | Ρογκατσαριών | ||
| αιτιατική | τα | Ρογκατσάρια | ||
| κλητική | Ρογκατσάρια | |||
| Οι καταλήξεις -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- Ρογκατσάρια < σλαβικής προέλευσης Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από σλαβικές γλώσσες (νέα ελληνικά) рогатый (rɐˈɡatɨj: που έχει κέρατα, διάβολος)
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Ρογκατσάρια ή Ρογκάτσια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (λαογραφία)Κατηγορία:Λαογραφία (νέα ελληνικά) (ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) άλλη μορφή του Ρουγκατσάρια
- Τα «Ρογκατσάρια», γνωστά και ως «Αράπηδες», είναι πρωτοχρονιάτικη γιορτή που έχει τις ρίζες της στην απώτατη αρχαιότητα (*)
- Αναβίωσε με εξαιρετική επιτυχία και φέτος το έθιμο των Ρογκατσαριών στο Τρανόβαλτο, που διοργανώνεται από την εκάστοτε «σειρά» στράτευσης των νέων του χωριού. (*)
Μεταφράσεις
Ρογκατσάρια
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λαογραφία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από σλαβικές γλώσσες (νέα ελληνικά)