Σκουλουφιανάκις
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Σκουλουφιανάκις | οι | Σκουλουφιανάκιδες |
| γενική | του | Σκουλουφιανάκι | των | Σκουλουφιανάκιδων |
| αιτιατική | τον | Σκουλουφιανάκι | τους | Σκουλουφιανάκιδες |
| κλητική | Σκουλουφιανάκι | Σκουλουφιανάκιδες | ||
| Ο πληθυντικός κατά το -άκηδες. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Χατζιδάκις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Σκουλουφιανάκις αρσενικό (θηλυκό Σκουλουφιανάκι)