Σταμπουλτσόγλου

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Σταμπουλτσόγλου οι Σταμπουλτσόγλοι
& Σταμπουλτσογλαίοι
οι Σταμπουλτσόγλου
      γενική του/της Σταμπουλτσόγλου των Σταμπουλτσόγλων
& Σταμπουλτσογλαίων
των Σταμπουλτσόγλου
    αιτιατική τον/τη Σταμπουλτσόγλου τους Σταμπουλτσόγλους
& Σταμπουλτσογλαίους
τους/τις Σταμπουλτσόγλου
     κλητική Σταμπουλτσόγλου Σταμπουλτσόγλοι
& Σταμπουλτσογλαίοι
Σταμπουλτσόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Σταμπουλτσόγλου < Κατηγορία:Επώνυμα από τοπωνύμια (νέα ελληνικά) λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Σταμπουλτσόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα από τοπωνύμια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)