Στενόκαρδος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Στενόκαρδος οι Στενόκαρδοι
      γενική του Στενόκαρδου των Στενόκαρδων
    αιτιατική τον Στενόκαρδο τους Στενόκαρδους
     κλητική Στενόκαρδε Στενόκαρδοι
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Γιάμαλος (κλίση: αντίλαλος)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Γιάμαλος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Στενόκαρδος < Κατηγορία:Επώνυμα από παρωνύμια (νέα ελληνικά) στενόκαρδος

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Στενόκαρδος αρσενικό (θηλυκό Στενόκαρδου)

Μεταγραφές

Κατηγορία:Ανδρικά επώνυμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα από παρωνύμια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Γιάμαλος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)