Τουρκοκύπριος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Τουρκοκύπριος | οι | Τουρκοκύπριοι |
| γενική | του | Τουρκοκύπριου & Τουρκοκυπρίου |
των | Τουρκοκύπριων & Τουρκοκυπρίων |
| αιτιατική | τον | Τουρκοκύπριο | τους | Τουρκοκύπριους & Τουρκοκυπρίους |
| κλητική | Τουρκοκύπριε | Τουρκοκύπριοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- Τουρκοκύπριος < τουρκο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τουρκο- (νέα ελληνικά) (→ δείτε Τούρκος) + Κύπριος
Προφορά
- ΔΦΑ : /tuɾ.koˈci.pɾi.os/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Τουρ‐κο‐κύ‐πρι‐ος
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Τουρκοκύπριος αρσενικό (θηλυκό Τουρκοκύπρια ή λογιότερο Τουρκοκυπρία)
- (πατριδωνυμικό)Κατηγορία:Πατριδωνυμικά (νέα ελληνικά) Τούρκος με καταγωγή από την Κύπρο
- → δείτε και τη λέξη Τουρκοκύπριος
Άλλες μορφές
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Τουρκοκύπριος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τουρκο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πατριδωνυμικά (νέα ελληνικά)