Τρικεράτοπας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Τρικεράτοπας οι Τρικεράτοπες
      γενική του Τρικεράτοπα των Τρικερατόπων
    αιτιατική τον Τρικεράτοπα τους Τρικεράτοπες
     κλητική Τρικεράτοπα Τρικεράτοπες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Τρικεράτοπας < καθαρεύουσα Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) ΤρικεράτωψΚατηγορία:Δημιουργία λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) < νεολατινική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά) Triceratops < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) τρι- + κέρατο + ὤψ

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Τρικεράτοπας αρσενικό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαποταρεκιρτ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Δεινόσαυροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δημιουργία λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ταξινομικοί όροι - Ζώα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ταξινομικοί όροι - γένη (νέα ελληνικά)