άνω και κάτω τελεία
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | άνω και κάτω τελεία | οι | άνω και κάτω τελείες |
| γενική | της | άνω και κάτω τελείας | των | άνω και κάτω τελειών |
| αιτιατική | την | άνω και κάτω τελεία | τις | άνω και κάτω τελείες |
| κλητική | άνω και κάτω τελεία | άνω και κάτω τελείες | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιελετωτακιακωνα
άνω και κάτω τελεία θηλυκό
- (σημείο στίξης)Κατηγορία:Σημεία στίξης (νέα ελληνικά) που αποτελείται από δύο τελείες, η μία λίγο κάτω από την άλλη, και που χρησιμοποιείται πριν από την απαρίθμηση στοιχείων, την εισαγωγή κειμένου που λέγεται κατά λέξη (παροιμία, παράθεμα κλπ.), ή μια εξήγηση
- σύμβολο: :
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιελετωτακιακωνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σημεία στίξης (νέα ελληνικά)