έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) φράση «πρὸς γάμου κοινωνίαν», μαρτυρείται τουλάχιστον από τον 2ο αιώνα μ.Χ. στον Αθήναιο Ναυκρατίτη «αὐτὴν ἐξέδωκε πρὸς γάμου κοινωνίαν ὁ Πεισίστρατος Ἱππάρχῳ τῷ υἱῷ» (ο Πεισίστρατος την πάντρεψε στον γιο του τον Ιππάρχο) Δειπνοσοφισταί, ιγ΄, 89.

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈeɾ.xo.me is‿ˈɣa.mu ci.noˈni.an/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν

Ρηματική έκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρηματικές εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ναινωνιοκυομαγσιειαμοχρε

έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν (λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά), επίσημοΚατηγορία:Επίσημοι όροι (νέα ελληνικά))

  1. (για γυναίκα) παντρεύομαι, υπανδρεύομαι
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) 1862-1931 Κωνσταντῖνος Ῥάδος, Γεώργιος Καραϊσκάκης
    Ἐλθοῦσα εἰς γάμου κοινωνίαν πρὸς τὸν ἐκ Φαναρίου τῆς ἐπαρχίας Ἀγράφων πρόκριτον Γιαννάκην Μαυροματιώτην, ἐχήρευσε νεωτάτη, περιέπεσεν εἰς μελαγχολίαν, καὶ γυνὴ οὖσα τῶν ἄκρων ἠσπάσθη τὸ μοναχικὸν σχῆμα.
  2. (για άνδρα) νυμφεύομαι, παίρνω γυναίκα ως νύ(μ)φη

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίσημοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές εκφράσεις (νέα ελληνικά)