έτερος Καππαδόκης
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- έτερος Καππαδόκης < αρχαία ελληνική ἕτερος Καππαδόκης (φράση του Μ. Βασιλείου)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηκοδαππακσορετε
έτερος Καππαδόκης
- (ειρωνικό) κάποιος που σιγοντάρει ένα ομοϊδεάτη ή συμπατριώτη του
- ο δεύτερος, ο άλλος, από δυο ανθρώπους με κάποιο παρόμοιο χαρακτηριστικό
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) ΄..άντλησα τα ονόματα δυο κολλητών του ... Ο πρώτος, ο Χρήστος, ήταν οικοδόμος.....Ο έτερος Καππαδόκης ήταν ένας άλλος καλλιτέχνης του δρόμου, ο Μάκης (Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Δείτε επίσης
Σημειώσεις
- συνήθως με τη μορφή "να (ιδού, ήρθε κλπ) και ο έτερος Καππαδόκης"
Μεταφράσεις
έτερος Καππαδόκης
|
|