έφαγα τα τρόχαλα

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

έφαγα τα τρόχαλα < έφαγα, αόριστος του τρώω, το τρόχαλο, στον πληθυντικό. Κυριολκετικά: έφαγα όλες τις πέτρες [στην πορεία μου, στο δρόμο μου για κάτι].

ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αλαχορταταγαφε

έφαγα τα τρόχαλα

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αλαχορταταγαφε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά