έχω σταυρωμένα τα χέρια

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

έχω σταυρωμένα τα χέρια  δείτε τις λέξεις έχω, σταυρωμένα, τα και χέρια, Παραβάλετε γαλλική avoir les bras croisés

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈe.xo sta.vɾoˈme.na ta‿ˈçe.ɾʝa/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρεχατανεμωρυατσωχε

έχω σταυρωμένα τα χέρια, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο

  1. (κυριολεκτικά) έχω τοποθετημένα χιαστί τα χέρια μου, είτε μπροστά, είτε πίσω μου για έκφραση διαφόρων συναισθημάτων
    παράδειγμα  Έχει σταυρωμένα τα χέρια και τα πόδια του για να τραβήξει την προσοχή από πάνω του
    παράδειγμα  Για παράδειγμα, μόνο και μόνο επειδή κάποιος έχει σταυρωμένα τα χέρια (ή πόδια), δεν σημαίνει ότι έχει αμυντική στάση.
  2. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) συνώνυμο του σταυρώνω τα χέρια· δεν κάνω τίποτα, μένω αδρανής, συνήθως με τα χέρια σε σχήμα σταυρού
    άλλες μορφές: κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα (τα) χέρια

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιρεχατανεμωρυατσωχε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά