αγαθοσύμβουλος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αγαθοσύμβουλος οι αγαθοσύμβουλοι
      γενική του/της αγαθοσυμβούλου των αγαθοσυμβούλων
    αιτιατική τον/την αγαθοσύμβουλο τους/τις αγαθοσυμβούλους
     κλητική αγαθοσύμβουλε αγαθοσύμβουλοι
Κατηγορία όπως «κάτοχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κάτοχος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγαθοσύμβουλος < μεσαιωνική ελληνική αγαθός + σύμβουλος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σολυοβμυσοθαγα

αγαθοσύμβουλος, -η

  • αυτός που δίνει καλές συμβουλές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σολυοβμυσοθαγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κάτοχος' (νέα ελληνικά)