αγγειοαποφρακτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αγγειοαποφρακτικός < αγγείο + -ο- + αποφρακτικός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκαρφοπαοιεγγα
αγγειοαποφρακτικός, -η, -ο
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με την απόφραξη ενός αιμοφόρου αγγείου, προκύπτει ή προκαλείται απ’ αυτή
Συγγενικά
Μεταφράσεις
αγγειοαποφρακτικός