αγγειοαποφρακτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγγειοαποφρακτικός η αγγειοαποφρακτική το αγγειοαποφρακτικό
      γενική του αγγειοαποφρακτικού της αγγειοαποφρακτικής του αγγειοαποφρακτικού
    αιτιατική τον αγγειοαποφρακτικό την αγγειοαποφρακτική το αγγειοαποφρακτικό
     κλητική αγγειοαποφρακτικέ αγγειοαποφρακτική αγγειοαποφρακτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγγειοαποφρακτικοί οι αγγειοαποφρακτικές τα αγγειοαποφρακτικά
      γενική των αγγειοαποφρακτικών των αγγειοαποφρακτικών των αγγειοαποφρακτικών
    αιτιατική τους αγγειοαποφρακτικούς τις αγγειοαποφρακτικές τα αγγειοαποφρακτικά
     κλητική αγγειοαποφρακτικοί αγγειοαποφρακτικές αγγειοαποφρακτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγγειοαποφρακτικός < αγγείο + -ο- + αποφρακτικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκαρφοπαοιεγγα

αγγειοαποφρακτικός, -η, -ο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτκαρφοπαοιεγγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά