αγγειομυολίπωμα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμωπιλουμοιεγγα
αγγειομυολίπωμα ουδέτερο
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) καλοήθης νεφρικός όγκος με αγγειακά, μυϊκά και λιπώδη στοιχεία στη δομή του
Συγγενικά
- αγγειολίπωμα
- → δείτε τις λέξεις αγγείο, μυς και λίπωμα
Μεταφράσεις
αγγειομυολίπωμα