αγγειοσπαστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγγειοσπαστικός η αγγειοσπαστική το αγγειοσπαστικό
      γενική του αγγειοσπαστικού της αγγειοσπαστικής του αγγειοσπαστικού
    αιτιατική τον αγγειοσπαστικό την αγγειοσπαστική το αγγειοσπαστικό
     κλητική αγγειοσπαστικέ αγγειοσπαστική αγγειοσπαστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγγειοσπαστικοί οι αγγειοσπαστικές τα αγγειοσπαστικά
      γενική των αγγειοσπαστικών των αγγειοσπαστικών των αγγειοσπαστικών
    αιτιατική τους αγγειοσπαστικούς τις αγγειοσπαστικές τα αγγειοσπαστικά
     κλητική αγγειοσπαστικοί αγγειοσπαστικές αγγειοσπαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγγειοσπαστικός < αγγειόσπασμος + -τικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσαπσοιεγγα

αγγειοσπαστικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσαπσοιεγγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά