αγγελόκρουσμα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγγελόκρουσμα τα αγγελοκρούσματα
      γενική του αγγελοκρούσματος των αγγελοκρουσμάτων
    αιτιατική το αγγελόκρουσμα τα αγγελοκρούσματα
     κλητική αγγελόκρουσμα αγγελοκρούσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγγελόκρουσμα < (αγγελοκρούω) αγγελό-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγγελό- (νέα ελληνικά)κρουσ- + -μα (κρούσμα)

Προφορά

ΔΦΑ : /aŋ.ɟeˈlo.kɾu.zma/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγγελόκρουσμα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμσυορκολεγγα

αγγελόκρουσμα ουδέτερο

  1. η μάχη που δίνει κανείς με το θάνατο τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ο επιθανάτιος ρόγχος
  2. ο αιφνίδιος τρόμος
  3. (μεταφορικά) η επιληψία

Συνώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αμσυορκολεγγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγγελό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)