αγελαδοτρόφου

Νέα ελληνικά (el)

Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)

αγελαδοτρόφου αρσενικό ή θηλυκό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)