αγεωμέτρητος

Δείτε επίσης: ἀγεωμέτρητος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγεωμέτρητος η αγεωμέτρητη το αγεωμέτρητο
      γενική του αγεωμέτρητου της αγεωμέτρητης του αγεωμέτρητου
    αιτιατική τον αγεωμέτρητο την αγεωμέτρητη το αγεωμέτρητο
     κλητική αγεωμέτρητε αγεωμέτρητη αγεωμέτρητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγεωμέτρητοι οι αγεωμέτρητες τα αγεωμέτρητα
      γενική των αγεωμέτρητων των αγεωμέτρητων των αγεωμέτρητων
    αιτιατική τους αγεωμέτρητους τις αγεωμέτρητες τα αγεωμέτρητα
     κλητική αγεωμέτρητοι αγεωμέτρητες αγεωμέτρητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγεωμέτρητος < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἀγεωμέτρητος[1]

Προφορά

ΔΦΑ : /a.ʝe.oˈme.tɾi.tos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγεωμέτρητος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτηρτεμωεγα

αγεωμέτρητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει γνώσεις γεωμετρίας
  2. (κατ’ επέκταση) ο αμόρφωτος

Εκφράσεις

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. αγεωμέτρητος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτηρτεμωεγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)