αγιογραφήσουν

Νέα ελληνικά (el)

Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)

αγιογραφήσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
  2. θα αγιογραφήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγιογραφώ Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#νυοσηφαργοιγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)