αγιοδημητριάτικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγιοδημητριάτικος η αγιοδημητριάτικη το αγιοδημητριάτικο
      γενική του αγιοδημητριάτικου της αγιοδημητριάτικης του αγιοδημητριάτικου
    αιτιατική τον αγιοδημητριάτικο την αγιοδημητριάτικη το αγιοδημητριάτικο
     κλητική αγιοδημητριάτικε αγιοδημητριάτικη αγιοδημητριάτικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγιοδημητριάτικοι οι αγιοδημητριάτικες τα αγιοδημητριάτικα
      γενική των αγιοδημητριάτικων των αγιοδημητριάτικων των αγιοδημητριάτικων
    αιτιατική τους αγιοδημητριάτικους τις αγιοδημητριάτικες τα αγιοδημητριάτικα
     κλητική αγιοδημητριάτικοι αγιοδημητριάτικες αγιοδημητριάτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγιοδημητριάτικος < αγιο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγιο- (νέα ελληνικά) + Δημήτρ(ιος) + -ιάτικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιάτικος (νέα ελληνικά)[1]

Προφορά

ΔΦΑ : /a.ʝo.ði.mi.tɾiˈa.ti.kos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιοδημητριάτικος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταιρτημηδοιγα

αγιοδημητριάτικος, -η, -ο

  1. που έχει σχέση με τον άγιο Δημήτριο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που έχει σχέση με τον Αγιοδημητριάτη (Οκτώβριο ή αναφέρεται σ’ αυτόν

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Αναφορές

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιάτικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγιο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά