αγιωργίτικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγιωργίτικος η αγιωργίτικη το αγιωργίτικο
      γενική του αγιωργίτικου της αγιωργίτικης του αγιωργίτικου
    αιτιατική τον αγιωργίτικο την αγιωργίτικη το αγιωργίτικο
     κλητική αγιωργίτικε αγιωργίτικη αγιωργίτικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγιωργίτικοι οι αγιωργίτικες τα αγιωργίτικα
      γενική των αγιωργίτικων των αγιωργίτικων των αγιωργίτικων
    αιτιατική τους αγιωργίτικους τις αγιωργίτικες τα αγιωργίτικα
     κλητική αγιωργίτικοι αγιωργίτικες αγιωργίτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγιωργίτικος < αγιωργ(ίτης) + -ίτικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίτικος (νέα ελληνικά). Μορφολογικά αναλύεται σε α- (< αϊ-) + Γιώργ(ης) + -ίτικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίτικος (νέα ελληνικά). Συγκρίνετε με το αϊγιωργίτικος.

Προφορά

ΔΦΑ : /a.ʝoɾˈʝi.ti.kos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιωργίτικος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτιγρωιγα

αγιωργίτικος, -η, -ο

  1. που έχει σχέση με τον αϊ-Γιώργη και την εορτή του ή αναφέρεται σʼ αυτά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αγιωργίτικο

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίτικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά