αγκαλιαστείτε

Νέα ελληνικά (el)

Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)

αγκαλιαστείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
  2. θα αγκαλιαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγκαλιάζομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ετιετσαιλακγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)