αγκυλοποιητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγκυλοποιητικός η αγκυλοποιητική το αγκυλοποιητικό
      γενική του αγκυλοποιητικού της αγκυλοποιητικής του αγκυλοποιητικού
    αιτιατική τον αγκυλοποιητικό την αγκυλοποιητική το αγκυλοποιητικό
     κλητική αγκυλοποιητικέ αγκυλοποιητική αγκυλοποιητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγκυλοποιητικοί οι αγκυλοποιητικές τα αγκυλοποιητικά
      γενική των αγκυλοποιητικών των αγκυλοποιητικών των αγκυλοποιητικών
    αιτιατική τους αγκυλοποιητικούς τις αγκυλοποιητικές τα αγκυλοποιητικά
     κλητική αγκυλοποιητικοί αγκυλοποιητικές αγκυλοποιητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγκυλοποιητικός < αγκυλώνω + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -ποιητικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιητικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηιοπολυκγα

αγκυλοποιητικός, -ή, -ό

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιητικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά