αγονιμοποίητος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγονιμοποίητος η αγονιμοποίητη το αγονιμοποίητο
      γενική του αγονιμοποίητου της αγονιμοποίητης του αγονιμοποίητου
    αιτιατική τον αγονιμοποίητο την αγονιμοποίητη το αγονιμοποίητο
     κλητική αγονιμοποίητε αγονιμοποίητη αγονιμοποίητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγονιμοποίητοι οι αγονιμοποίητες τα αγονιμοποίητα
      γενική των αγονιμοποίητων των αγονιμοποίητων των αγονιμοποίητων
    αιτιατική τους αγονιμοποίητους τις αγονιμοποίητες τα αγονιμοποίητα
     κλητική αγονιμοποίητοι αγονιμοποίητες αγονιμοποίητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγονιμοποίητος < α- στερητικόΚατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) + γονιμοποιώ + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτηιοπομινογα

αγονιμοποίητος, -η, -ο

Αντώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά