αγριεύτηκαν
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
αγριεύτηκαν
- γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#νακητυειργα