αγριολεβάντα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγριολεβάντα οι αγριολεβάντες
      γενική της αγριολεβάντας των αγριολεβαντών
    αιτιατική την αγριολεβάντα τις αγριολεβάντες
     κλητική αγριολεβάντα αγριολεβάντες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγριολεβάντα < αγριο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγριο- (νέα ελληνικά) + λεβάντα < ιταλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) lavanda

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατναβελοιργα

αγριολεβάντα θηλυκό

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατναβελοιργα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγριο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φυτά (νέα ελληνικά)