αγριονεραντζιά
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αγριονεραντζιά | οι | αγριονεραντζιές |
| γενική | της | αγριονεραντζιάς | των | αγριονεραντζιών |
| αιτιατική | την | αγριονεραντζιά | τις | αγριονεραντζιές |
| κλητική | αγριονεραντζιά | αγριονεραντζιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- αγριονεραντζιά < αγριο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγριο- (νέα ελληνικά) + νεραντζιά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιζτναρενοιργα
αγριονεραντζιά θηλυκό
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
αγριονεραντζιά
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγριο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυτά (νέα ελληνικά)