αγροβακτήριο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αγροβακτήριο | τα | αγροβακτήρια |
| γενική | του | αγροβακτήριου & αγροβακτηρίου |
των | αγροβακτήριων & αγροβακτηρίων |
| αιτιατική | το | αγροβακτήριο | τα | αγροβακτήρια |
| κλητική | αγροβακτήριο | αγροβακτήρια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητκαβοργα
αγροβακτήριο ουδέτερο
- (βιολογία)Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) εδαφικό βακτήριο, του γένους Agrobacterium, που μολύνει φυτικά κύτταρα, μεταφέροντας γενετικό υλικό και σχηματίζοντας όγκους στους μίσχους, ενώ χρησιμοποιείται ευρέως ως εργαλείο γενετικής τροποποίησης στη βιοτεχνολογία
Δείτε επίσης
-
Agrobacterium στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
αγροβακτήριο
Πηγές
- αγροβακτήριο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιρητκαβοργα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)