αγρός κεραμέως
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αγρός κεραμέως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά). Από την Καινή Διαθήκη, με τα τριάκοντα αργύρια που επέστρεψε ο Ιούδας στους αρχιερείς, όταν μετανόησε για την προδοσία του Ιησού, αγοράστηκε, για να θάβονται εκεί οι εγκληματίες, το χωράφι ενός κεραμοποιού, που στο εξής ονομαζόταν αγρός αίματος (από το αίμα της προδοσίας του Ιησού) ή αγρός κεραμέως (διότι ανήκε σε κεραμοποιό).
Προφορά
- ΔΦΑ : /aˈɣɾos ceˈɾa.me.os/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γρός κε‐ρά‐με‐ως
ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωεμαρεκσοργα
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) για πράγμα που αγοράζεται με χρήματα που αποκτήθηκαν με άνομες ενέργειες ή συναλλαγές
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
αγρός κεραμέως
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)