αγυρντίσουμε

Νέα ελληνικά (el)

Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)

αγυρντίσουμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
  2. θα αγυρντίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγυρντίζω Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#εμυοσιτνρυγα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)