αγωγιμομετρία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αγωγιμομετρία < αγώγιμ(ος) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -μετρίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μετρία (νέα ελληνικά) {μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) conductometry)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρτεμομιγωγα
αγωγιμομετρία θηλυκό
- (φυσικήΚατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά), χημείαΚατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)) επιστημονικός κλάδος χημείας που μετρά την ηλεκτρική αγωγιμότητα διαλυμάτων
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αγωγιμομετρία
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μετρία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)