αδειοδοτούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
αδειοδοτούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος αδειοδοτώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αδειοδοτούμαι | αδειοδοτούμουν | θα αδειοδοτούμαι | να αδειοδοτούμαι | ||
| β' ενικ. | αδειοδοτείσαι | αδειοδοτούσουν | θα αδειοδοτείσαι | να αδειοδοτείσαι | ||
| γ' ενικ. | αδειοδοτείται | αδειοδοτούνταν | θα αδειοδοτείται | να αδειοδοτείται | ||
| α' πληθ. | αδειοδοτούμαστε | αδειοδοτούμασταν αδειοδοτούμαστε |
θα αδειοδοτούμαστε | να αδειοδοτούμαστε | ||
| β' πληθ. | αδειοδοτείστε | αδειοδοτούσασταν αδειοδοτούσαστε |
θα αδειοδοτείστε | να αδειοδοτείστε | αδειοδοτείστε | |
| γ' πληθ. | αδειοδοτούνται | αδειοδοτούνταν | θα αδειοδοτούνται | να αδειοδοτούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αδειοδοτήθηκα | θα αδειοδοτηθώ | να αδειοδοτηθώ | αδειοδοτηθεί | ||
| β' ενικ. | αδειοδοτήθηκες | θα αδειοδοτηθείς | να αδειοδοτηθείς | αδειοδοτήσου | ||
| γ' ενικ. | αδειοδοτήθηκε | θα αδειοδοτηθεί | να αδειοδοτηθεί | |||
| α' πληθ. | αδειοδοτηθήκαμε | θα αδειοδοτηθούμε | να αδειοδοτηθούμε | |||
| β' πληθ. | αδειοδοτηθήκατε | θα αδειοδοτηθείτε | να αδειοδοτηθείτε | αδειοδοτηθείτε | ||
| γ' πληθ. | αδειοδοτήθηκαν αδειοδοτηθήκαν(ε) |
θα αδειοδοτηθούν(ε) | να αδειοδοτηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αδειοδοτηθεί | είχα αδειοδοτηθεί | θα έχω αδειοδοτηθεί | να έχω αδειοδοτηθεί | αδειοδοτημένος | |
| β' ενικ. | έχεις αδειοδοτηθεί | είχες αδειοδοτηθεί | θα έχεις αδειοδοτηθεί | να έχεις αδειοδοτηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αδειοδοτηθεί | είχε αδειοδοτηθεί | θα έχει αδειοδοτηθεί | να έχει αδειοδοτηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αδειοδοτηθεί | είχαμε αδειοδοτηθεί | θα έχουμε αδειοδοτηθεί | να έχουμε αδειοδοτηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αδειοδοτηθεί | είχατε αδειοδοτηθεί | θα έχετε αδειοδοτηθεί | να έχετε αδειοδοτηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αδειοδοτηθεί | είχαν αδειοδοτηθεί | θα έχουν αδειοδοτηθεί | να έχουν αδειοδοτηθεί | ||
Μεταφράσεις
αδειοδοτούμαι
|
|