αδημιούργητος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδημιούργητος η αδημιούργητη το αδημιούργητο
      γενική του αδημιούργητου της αδημιούργητης του αδημιούργητου
    αιτιατική τον αδημιούργητο την αδημιούργητη το αδημιούργητο
     κλητική αδημιούργητε αδημιούργητη αδημιούργητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδημιούργητοι οι αδημιούργητες τα αδημιούργητα
      γενική των αδημιούργητων των αδημιούργητων των αδημιούργητων
    αιτιατική τους αδημιούργητους τις αδημιούργητες τα αδημιούργητα
     κλητική αδημιούργητοι αδημιούργητες αδημιούργητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αδημιούργητος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτηγρυοιμηδα

αδημιούργητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί
  2. που δεν έχει ακόμα ένα επάγγελμα, θέση ή αξίωμα που να του προσφέρει ένα σταθερό εισόδημα και κοινωνική αναγνώριση και δεν έχει φτιάξει ακόμα δική του περιουσία

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτηγρυοιμηδα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά