αδιάλειπτη παροχή ενέργειας

Νέα ελληνικά (el)

λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αδιάλειπτη παροχή ενέργειας < αδιάλειπτη + παροχή + ενέργειας ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) uninterruptible power supply / uninterruptible power source)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιεγρενεηχοραπητπιελαιδα

αδιάλειπτη παροχή ενέργειας ουδέτερο

Δείτε επίσης

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαιεγρενεηχοραπητπιελαιδα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)