αδιαβροχοποίηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αδιαβροχοποίηση | οι | αδιαβροχοποιήσεις |
| γενική | της | αδιαβροχοποίησης* | των | αδιαβροχοποιήσεων |
| αιτιατική | την | αδιαβροχοποίηση | τις | αδιαβροχοποιήσεις |
| κλητική | αδιαβροχοποίηση | αδιαβροχοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αδιαβροχοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- αδιαβροχοποίηση < αδιαβροχοποιώ + -ση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποχορβαιδα
αδιαβροχοποίηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αδιαβροχοποιώ
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
αδιαβροχοποίηση