αδιαπραγμάτευτος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδιαπραγμάτευτος η αδιαπραγμάτευτη το αδιαπραγμάτευτο
      γενική του αδιαπραγμάτευτου της αδιαπραγμάτευτης του αδιαπραγμάτευτου
    αιτιατική τον αδιαπραγμάτευτο την αδιαπραγμάτευτη το αδιαπραγμάτευτο
     κλητική αδιαπραγμάτευτε αδιαπραγμάτευτη αδιαπραγμάτευτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδιαπραγμάτευτοι οι αδιαπραγμάτευτες τα αδιαπραγμάτευτα
      γενική των αδιαπραγμάτευτων των αδιαπραγμάτευτων των αδιαπραγμάτευτων
    αιτιατική τους αδιαπραγμάτευτους τις αδιαπραγμάτευτες τα αδιαπραγμάτευτα
     κλητική αδιαπραγμάτευτοι αδιαπραγμάτευτες αδιαπραγμάτευτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αδιαπραγμάτευτος < α- στερητικόΚατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) + διαπραγματεύ(ομαι) + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά), (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) unnegotiated)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτυεταμγαρπαιδα

αδιαπραγμάτευτος, -η, -ο

  1. (για θέματα, ζητήματα) που δεν αναλύθηκε ή δεν έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης
  2. (για θέματα, ζητήματα) που δεν επιτρέπεται να τεθεί υπό διαπραγμάτευση

Αντώνυμα

Παράγωγα

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)