αδιατυμπάνιστος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αδιατυμπάνιστος < α- + διατυμπανίζω + -τος
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτσιναπμυταιδα
αδιατυμπάνιστος
- που δεν έχει διατυμπανιστεί
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
αδιατυμπάνιστος
|
|