αειμακάριστος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αειμακάριστος η αειμακάριστη το αειμακάριστο
      γενική του αειμακάριστου της αειμακάριστης του αειμακάριστου
    αιτιατική τον αειμακάριστο την αειμακάριστη το αειμακάριστο
     κλητική αειμακάριστε αειμακάριστη αειμακάριστο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αειμακάριστοι οι αειμακάριστες τα αειμακάριστα
      γενική των αειμακάριστων των αειμακάριστων των αειμακάριστων
    αιτιατική τους αειμακάριστους τις αειμακάριστες τα αειμακάριστα
     κλητική αειμακάριστοι αειμακάριστες αειμακάριστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αειμακάριστος < αεί + μακαρίζω

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτσιρακαμιεα

αειμακάριστος, -η, -ο

  1. που αξίζει να τον μακαρίζει κανείς για πάντα
  2. (χριστιανισμός)Κατηγορία:Χριστιανισμός (νέα ελληνικά) προσωνυμίαΚατηγορία:Προσωνυμίες (νέα ελληνικά) και επίκληση της Θεοτόκου

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτσιρακαμιεα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προσωνυμίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)