αεροθερμόμετρο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αεροθερμόμετρο | τα | αεροθερμόμετρα |
| γενική | του | αεροθερμόμετρου & αεροθερμομέτρου |
των | αεροθερμόμετρων & αεροθερμομέτρων |
| αιτιατική | το | αεροθερμόμετρο | τα | αεροθερμόμετρα |
| κλητική | αεροθερμόμετρο | αεροθερμόμετρα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.e.ɾo.θeɾˈmo.me.tɾo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ε‐ρο‐θερ‐μό‐με‐τρο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορτεμομρεθορεα
αεροθερμόμετρο ουδέτερο
- θερμόμετρο που μετρά τη θερμοκρασία του αέρα
Μεταφράσεις
αεροθερμόμετρο
Αναφορές
- ↑ αεροθερμόμετρο - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μετρο (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα θερμό- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)