αεροναυαγοσωστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αεροναυαγοσωστικός η αεροναυαγοσωστική το αεροναυαγοσωστικό
      γενική του αεροναυαγοσωστικού της αεροναυαγοσωστικής του αεροναυαγοσωστικού
    αιτιατική τον αεροναυαγοσωστικό την αεροναυαγοσωστική το αεροναυαγοσωστικό
     κλητική αεροναυαγοσωστικέ αεροναυαγοσωστική αεροναυαγοσωστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αεροναυαγοσωστικοί οι αεροναυαγοσωστικές τα αεροναυαγοσωστικά
      γενική των αεροναυαγοσωστικών των αεροναυαγοσωστικών των αεροναυαγοσωστικών
    αιτιατική τους αεροναυαγοσωστικούς τις αεροναυαγοσωστικές τα αεροναυαγοσωστικά
     κλητική αεροναυαγοσωστικοί αεροναυαγοσωστικές αεροναυαγοσωστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αεροναυαγοσωστικός < αερο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά) + ναυαγοσωστικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσωσογαυανορεα

αεροναυαγοσωστικός

  1. που έχει σχέση με έρευνα και διάσωση ναυαγού με αεροσκάφος ή αναφέρεται σʼ αυτά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αεροναυαγοσωστικό: αεροσκάφος που έχει σχέση με έρευνα και διάσωση ναυαγού

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά