αεροναυτιλλόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αεροναυτιλλόμενος οι αεροναυτιλλόμενοι
      γενική του αεροναυτιλλόμενου
& αεροναυτιλλομένου
των αεροναυτιλλόμενων
& αεροναυτιλλομένων
    αιτιατική τον αεροναυτιλλόμενο τους αεροναυτιλλόμενους
& αεροναυτιλλομένους
     κλητική αεροναυτιλλόμενε αεροναυτιλλόμενοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αεροναυτιλλόμενος < αερο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά) + ναυτιλλόμενος

Προφορά

ΔΦΑ : /a.e.ɾo.na.ftiˈlo.me.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αεροναυτιλλόμενος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμολλιτυανορεα

αεροναυτιλλόμενος αρσενικό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμολλιτυανορεα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)