αεροπερπατητής
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητηταπρεπορεα
αεροπερπατητής αρσενικό
- όργανο γυμναστικής που προσομοιάζει την κίνηση του βαδίσματος στον αέρα, επιτρέποντας την άσκηση χωρίς κραδασμούς και ενδυναμώνοντας ταυτόχρονα τον άνω και κάτω κορμό
Μεταφράσεις
αεροπερπατητής
Αναφορές
- ↑ αεροπερπατητής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)